Αντώνης Κουκλινός – “Στα χρόνια π’ αναθράφηκα”

”Στα χρόνια π’ αναθράφηκα” (του Αντώνη Κουκλινού)

Θυμούμαι στα παιδικάτα μου…
Φτωχικά χρόνια, μα οι αξίες των ανθρώπω, τεράστιες!
Μικρό το χωριό μου, μα σε καλό ν’τόπο.
Έβγανες το λάδι σου, είχες το αμπελάκι σου για το κρασί , τη ρακή, τσι σταφίδες, το περβολάκι σου, να φυτεύγεις χειμώνα καλοκαίρι, τα μαγεροψίματα σου.
Μικρές περιουσίες, μα δεν υπήρχε χωραφάκι χέρσο.
Εσπέρνανε απ’ούλα. Στάρι, κριθάρι, αρακάδες και κάθε λογής όσπριο.
Κάθε οικογένεια είχενε τ’ αλώνι τζη, το πατητήρι, τον αχεργιώνα.
Οι νοικοκεράδες με το χειρόμυλο, ν’ αλέθουνε το χόντρο., στσι τάβλες τα τυριά, στα μεσοδόκια να κρέμουνται τα ρόγδια, τα κυδώνια, στσ ‘αυλές, οι παρασιές με τα μεγάλα τηγάνια, να τηγανίζουνε τσι πατάτες και να μοσχομυρίζει η γειτονιά.
Το πλυσταργιό, οι απλώστρες, το σίντερο με τα κάρβουνα, να το κουνεί η μάνα μου πέρα δώθε ‘σάμε να πυρώσει να μας σε σιδερώσει τα ρούχα.
Η ανέμη, το τυλιγάδι, η ρόκα, τα μασούργια και οι ατέλειωτες ώρες στο αργαστήρι, να φαίνουνε τσι πατανίες και τσι κουρελούδες.
Να οργώσεις, να σπείρεις , να αλωνέψεις, να κουβαλήσεις τ’άχερα. Να τρυγήσεις, να πατήσεις στο πατητήρι, να γεμίσεις το βαρέλι κρασί. Στο καζάνι, να γραδέρνεις τη ρακή και δως του να βγαίνουν οι οφτές πατάτες από τη θράκα για μεζέ.
Νοστιμιά που την είχενε θυμούμαι …
Η φάμπρικα με τσι μποξάδες, με τσι ντενέκες να κουβαλούν τα λάδια στα πυθάρια.
Ποτέ ντος δεν είχανε ξάργητα.
Ο σωμαράς, ο πεταλωτής, ο σιδεράς, ο τσαγκάρης, ο ράφτης είχανε στο χωριό μου, σαφή δουλειά.
Ο μπάρμπας μου ο Κονταξής και ο Μωρα’ί’της δεν αδειάζανε να ράβουνε στιβάνια.
Σωμαράδες θυμούμαι ήτονε ο Χαρκιαδομανώλης, ο Τζε’ι’ράνης, ο γέρο γραμματικός και ο Αθανάσης. Εκάνανε σωμάργια κι επεταλώνανε τα χτήματα.
Ο χαρκιάς ο Γιάννης, πόσες φορές μ’ έβανε κοπέλι στο φυσερό να κάνω αέρα στα κάρβουνα, να πυρώνει το σίντερο.
Τα μεσημέρια πήγαινα στου Μιλτιάδη, απού έβγανε τσι γαζόζες και έπλενα μπουκάλια στη γούρνα.
Δεν υπήρχανε ανέσεις κι όμως ούλα τα σπίθια ήτονε παστρικά κι ας κουβαλούσανε το νερό με τα σταμνιά, πέρα βρύση, κάτω βρύση.
Κάθε Σάββατο η λάτρα του σπιθιού, το ασβέστωμα στα κατώφλια κάθε που θα άνοιγε ο καιρός, οι μυρωδιές του Πάσχα, ο επιτάφιος, η Ανάσταση.
Τι να πρωτοθυμηθώ…
Τα παιδικά Χριστούγεννα εκείνης της εποχής είναι αξέχαστα.
Με τσι χοίρους να γρυλίζουν και τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι.
Οι ευχές, οι αληθινές ευχές, οι καλές χέρες, το χειροφίλημα του κοπελιού στο γέρο.
Οι αποκρές με τσι μασκάρες και τα αστεία μεταξύ μας.
Τα καλοκαιρινά βράδια στη λοτζέτα, να γροικώ τσι μεγάλους να λένε ιστορίες.
Οι γάμοι στσι πλατείες, τα κανίσκια το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, να ανάφτουνε οι φούρνοι με τα ψωμιά και τα ψητά, να μοσχομυρίζει το χωργιό, τα παστικά τση νύφης.
Τα γλένδια βαστούσανε εκειονά τον καιρό, δυο και τρεις μέρες.
Στη μέση μέση ο λυράρης και ο χορός να κρατεί ίσαμε το πρωί. ”Ντάμα λυράρη!!”, λέγανε και είχες την ευκαιρία να χορέψεις το κολλητό με τη κοπελιά, απού είχες βάλει στο μάτι.
Τα φλασκιά με το κρασί εγεμίζανε τσι κούπες και δως τση μια να πάει κάτω.
Μα τότε σας βοηθούσε ο γης του άλλου. Δανεικούς ελέγανε τη βοήθεια που εδίνανε αναμεταξύ ντως οι χωριανοί.
Εγροίκουνα καμια φορά και λέγανε, αύριο θα ρίχνομε τη ταράτσα του Μιχάλη. Την άλλη βόλιτα έλεγαν για ένα άλλο σπίτι.
Με τσι παλάμες στο ν’ ώμο ανηφορίζανε για το σπίτι , εμαλάσανε και με τσι κουβάδες, ερίχνανε τσι ταράτσες.
Οι νοικοκεράδες εκουβαλούσανε το βρισκούμενο, με ένα κρασί να δώσει δύναμη, να βγάλουνε την υποχρέωση για την βοήθεια.
Στο πένθος όμως ήτονε ακόμα πια μεγάλος ο σεβασμός.
Όλο το χωριό συμμετείχε. Ακόμη και τα κοπέλια.
Υπήρχε ιεραρχία. Ο πρόεδρος, ο παπάς, ο δάσκαλος, ο γραμματικός. Ούλοι ντους, σεβαστά πρόσωπα.
Εδίνανε τσι εντολές και όλα πηγαίνανε ρολόι.
Όμως σιγά σιγά ήρθε η εξέλιξη …
Το ρεύμα που έφερε το φως, έγινε σήμερα θηλιά και μας σε πνίγει.
Οι δρόμοι που στρωθήκανε με πίσσα, φέρανε την ταχύτητα απού μας σε σκοτώνει.
Εβρωμέσαμε τα χωράφια, τα νερά, τσι θάλασσες.
Ο ήλιος έγινε εχθρός μας. Τ’ ανέφαλα μας φοβερίζουνε με πλημμύρες.
Σκάφτουμε κάτω απ’ τη γη, να περάσουμε γιάντα εχτίσαμε παντού και δε μας εβάνει ο τόπος μπλιό.
Ερημώσαν τα χωριά. Κοπέλια δε γλακούνε μπλιό στα σοκάκια. Τα σκολειά τα κλείσανε.
Εκάμαμε Δήμους και εδιαλύσαμε την ύπαιθρο.
Η γη δεν καλλιεργείται μπλιό.
Η ανέχεια σκοτώνει τους ανθρώπους, για δεν τα βγάνουνε πέρα. Κλέψαμε του γέρο τη σύνταξη.
Κόψαμε τα φάρμακα του αρρωστάρη.
Αφήκαμε τα νοσοκομεία χωρίς γιατρούς και όλα αυτά για να γίνουμε Ευρώπη…ΟΧΙ ΡΕ…!!!!!!!!!!
Κόψετέ μου το ρεύμα άμα θέτε, όμως ανοίξετε μου το σκολειό κι εγώ, με τη λάμπα θα μάθω γράμματα, με τα ξύλα θα μαγερέψω, με το σκαπέτι θα φυτέψω τη γη μου, ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΩ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΜΟΥ……!!!!

Κουκλινός Αντώνης

Ελέγξτε επίσης

Μανώλης Μακρυδάκης – Αστροφεγγιά τσι σκέψης μου

Νιώθω ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, που αξιώθηκα να εκ δώσω το δεύτερο βιβλίο μου!!!! Ευχαριστώ …