Ερωτόκριτος: Η γλώσσα τζ είν ασάλευτη, τα χείλη δε μιλούσι
τα μάθια θαμπωθήκανε, δε βλέπου μπλιο να δουσι
Μαντινάδα: Το στόμα μου βουβάθηκε, τα χείλη δε μιλούνε
Τα μάθια μου εθαμπώθηκαν, δε βλέπουν, δε θωρούνε
Από την Κρήτη οι μαντινάδες επεκτάθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Με την παρουσία τους σφράγισαν τη μορφή της Κρήτης, και με το μεγαλείο και τη δύναμη τους κατακτήσανε τους ξένους που τις άκουγαν στον τόπο τους, αλλά και αυτούς που ήταν στην Κρήτη. Οι ξένοι έχουν επίγνωση της αξίας, της δύναμης, της πραγματικής έκφρασης, της γνήσιας κρητικής ψυχής και επιζητεί να τη ζήσει. Τις μαντινάδες τις ονόμασαν «λιανοτράγουδα». Έκτος από την ομοιοκαταληξία, είναι ευδιάκριτη και η επιρροή κυρίως του Ερωτόκριτου. Επίσης, σε πολλά Δημοτικά τραγούδια αλλά και στη νεότερη και σύγχρονη Ελληνική ποίηση βρίσκουμε την επίδραση του Ερωτοκρίτειου στίχου και της Κρητικής μαντινάδας.
ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Η χάρη και η ομορφιά της μορφής, του στίχου, του λόγου συναγωνίζονται την περιεκτικότητα, την σημασία, την αξία της ουσίας στην Κρητική μαντινάδα. Ο μαντιναδόρος διακατέχεται από ένα ακαταμάχητο πόθο για ζωή, αγάπη και ελευθερία και δίνει με ένα τρόπο απλό, εκλεκτή συγκίνηση και βαθύτατο στοχασμό.
Η τεχνική τελειότητα, η μουσικότητα, ο ρυθμός, η σαφήνεια, η πυκνότητα της περιγραφής, τα εφευρήματα της φαντασίας, τα ποικίλα αισθητικά σχήματα λόγου κάνουν την μαντινάδα να μπορεί να συγκριθεί με ποιήματα με γάλων συγγραφέων, όπως τον Όμηρο, τον Ελύτη, τον Σολωμό. Ανοίγει την καρδιά και μπαίνει στη σκέψη. Είναι κατορθώματα ποιητικού λόγου και όχι φανταχτερά στολίδια. Ο Κρητικός δημιουργεί θαυμάσιους στίχους με στοχασμό με όνειρο, με τέχνη, με εγρήγορση ψυχής που λειτουργούν μέσα του σαν υπόγειοι ποταμοί.
Στις παρομοιώσεις των μαντινάδων βρίσκουμε μεταφορές που προσδίδουν μαγεία, αλληγορίες με έξαρση, αντιθέσεις με στερεοσκοπική θέαση, προσωποποιήσεις με ζωντάνια, πολυσύνθετα κοσμικά επίθετα με ετυμολογική διαφάνεια, μια εκπληκτική εικονιστική παραστατικότητα με ανεξάντλητες εικόνες, σαν υπέροχες ζωγραφιές ενός λόγου απλού αλλά και βαθυστόχαστου ταυτόχρονα.
Μαντινάδα και συγκρητισμός. Όπως ο χορός της εκκλησίας, ψάλλοντας εκφράζει τη δέηση, ην παράκληση τον ύμνο, τη ευχαριστία, τη δοξολογία στο Θεό όλων των πιστών του εκκλησιάσματος έτσι και οι λυράρηδες, οι βιολιτζήδες, οι λαουτιέρηδες, οι «πρωτοψάλτες» της μαντινάδας, εκφράζουν τους καημούς τους, τις αγωνίες, τις λαχτάρες, τις χαρές όλης της συντροφιάς του γλεντιού. Κρητικό γλέντι ακολουθεί συχνά, μετά από θρησκευτική τελετουργία, και αφού προηγηθεί τρικούβερτο φαγοπότι.
Πως τραγουδιέται η μαντινάδα. Ο τραγουδιστής, αρχηγός της παρέας, τραγουδάει τον πρώτο στίχο της μαντινάδας και αμέσως μετά οι υπόλοιποι επαναλαμβάνουν το δεύτερο ημιστίχιο, προβάλλοντας τραγουδιστά το «έλα έλα»
Γενική θεώρηση. Οι μαντινάδες είναι ποτάμια και λουλούδια της λαϊκής ψυχής. Μέσα τους καθρεπτίζεται ολοκάθαρα η λαϊκή Κρητική ψυχή, κάθε αντιπροσωπευτικό δείγμα του λαϊκού μας πολιτισμού και του στοχασμού που το γέννησε. Η υπεροχή της μαντινάδας βρίσκεται στη γνησιότητα της έμπνευσης, στην ανεπιτήδευτη έκφραση, στην αυθόρμητη διάθεση. Τραγουδιόνται στα γλέντια, καθιερώνονται και γίνονται πασίγνωστες.
Ιδιομορφίες της Νεοκρητικής γλώσσας. Η νεοκρητική διάλεκτος χρονολογικά ξεκινάει στις αρχές του 14ου αιώνα. Η φιλολογική κρητική δεν έχει ακόμα προσδιορίσει τα καθαρώς λαϊκά και τα αρχαία στοιχεία στο λεξιλόγιο και στη μορφολογία των κειμένων αυτών. Από το 1550 μ.Χ. περίπου έως το 1669 μ.Χ., αναπτύχθηκε στην Κρήτη μια σπουδαία φιλολογική και πνευματική κίνηση.
Από τα παλιότερα και τα νεότερα κάθε ποιότητας κείμενα, και από τη ζωντανή, σύγχρονη, ομιλούμενη γλώσσα, παρατηρούνται διάφορες ιδιομορφίες της Κρητικής διαλέκτου, ως προς την γραμματική, την μορφολογία, την προφορά, το λεξιλόγιο και τη σύνταξη.
ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΣ
Κάθε ποίημα και κάθε καλός στίχος κρύβει μέσα του την μουσική. Κάθε ωραίος στίχος είναι από μόνος του ένας κώδικας μιας πρωτογενής μουσικής, όπου ο μουσικός την αποκωδικοποιεί και την κάνει αρμονικό άκουσμα για όλους. Ντύνει το στίχο με μουσική και τον κάνει τραγούδι. Η μαντινάδα από μόνη της έχει τη δική της αξία, όπως και μόνη της η μουσική. Σαν σμίξουν όμως και ταιριάξουν η αξία τους δεν είναι διπλή αλλά πολλαπλή. Μια εισπνοή ευαίσθητου δέκτη και μια εκπνοή δυνατού πομπού με τεράστια εμβέλεια είναι η μαντινάδα.
ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΝΤΥΛΙΕΣ
Οι κοντυλιές είναι τα ποικίλα μοτίβα τραγουδιού της κρητικής μαντινάδας και οι ανάλογες χορευτικές φιγούρες. Η προέλευση της λέξεως «κοντυλιές», προφανώς οφείλεται στα πρωτόγονα πνευστά όργανα, που συνόδευαν το τραγούδι (μαντούρες, θαμπιόλια) που φτιάχνονταν από κονδύλους καλαμιού, δηλ. το κομμάτι του καλαμιού μεταξύ δυο αρθρώσεων του.
Τα μουσικά κληροδοτήματα έχουν μεγάλη αξία γιατί εκφράζουν την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Αντιπροσωπευτικό είδος της μουσικής κρητικής έκφρασης είναι οι κοντυλιές. Είναι ένα θαυμάσιο μουσικό μοτίβο, που ενθουσιάζει και ξυπνά την ορμή για κίνηση, για χορό, για γλέντι.
Το τραγούδι που επενδύουν οι κοντυλιές έχει πανάρχαιες ρίζες. Η αισθητική της μελωδίας του αρχαίου Κρητικού ζει και σήμερα μέσα στη ψυχή του λαού μας και διατρανώνει τη γνησιότητα της καταγωγής του. Στα ριζίτικα, στα ηρωικά, στα τραγούδια της τάβλας, κ.α. όπου κυριαρχεί ο πόνος, η νοσταλγία, η αγάπη της ζωής και της λευτεριάς που ήταν επηρεασμένα από τη βυζαντινή τεχνοτροπία, επικρατεί η κρητική κοντυλιά καθώς παλεύοντας και επαναστατώντας απαλλάσσεται ο κρητικός λαός από την πίεση του βάρβαρου καταχτητή.
Με απλό και συμμετρικό φθογγολογικό διάγραμμα αποκαλύπτεται ο φυσικός αισθητικός τόνος του Κρητικού, ο ζωηρός, ο απλός, ο μελωδικός και η βαθύτερη λαχτάρα του για τη λεβεντιά και τη δίψα του για ζωή.
Αυτές οι υπέροχες στιγμές αθανασίας με κοντυλιές οφείλονται στους αξιοθαύμαστους εμπνευσμένους λυράρηδες, βιολιτζήδες, λαουτιέρηδες, τραγουδιστές και χορευτές.